Συνέντευξη με τον Μανώλη Ανδριωτάκη

ANDRIOTAKIS

Το πρώτο μου μυθιστόρημα

Όταν ξεκινούσα να γράφω το πρώτο μου μυθιστόρημα δε γνώριζα καν ότι έγραφα το πρώτο μου μυθιστόρημα. Δεν ήμουν ούτε 20 χρονών, κι έγραφα μανιωδώς, όπως διάβαζα, όπως έπαιζα, όπως δοκίμαζα να μεγαλώσω.

Το πρώτο μου μυθιστόρημα ξεκίνησε να γράφεται στην εφηβεία μου κι ολοκληρώθηκε όταν πλησίασα τα 40 μου χρόνια. Τί έμαθα απ’ αυτή την πολύχρονη διαδικασία; Ότι η αγάπη για την αυτοέκφραση, για την τέχνη, για την αφήγηση είναι δυνατότερη από κάθε εμπόδιο.

Όλα αυτά τα χρόνια της συγγραφής, της αναμονής, των διορθώσεων, των αλλεπάλληλων προσπαθειών, αντιμετώπισα πολλές δυσκολίες. Δεν είναι απλό να επινοήσεις απ’ το τίποτα μια ιστορία. Έχεις να αναμετρηθείς με φαντάσματα, με εσωτερικούς κριτές, με αναπάντεχα προβλήματα.

Υπομονή κι επιμονή, λοιπόν.

Ικανότητα να απομακρύνεσαι απ’ το υλικό σου.

Αγάπη για την αφήγηση.

Bildungsroman

Το μυθιστόρημα ενηλικίωσης έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του το 18ο αιώνα στη Γερμανία. Είμαι βέβαιος ότι ιστορίες ενηλικίωσης, μύησης στη ζωή, στις δυσκολίες και στο μεγαλείο της, υπήρχαν ανέκαθεν. Κάθε γενιά που αναλαμβάνει να καθοδηγήσει τις νεότερες γενιές χρησιμοποιεί αφηγήσεις για να δείξει τους δρόμους, τις κακοτοπιές, τα ξέφωτα και κάθε γενιά που θέλει να καταλάβει τον εαυτό της και να κατανοήσει τον κόσμο, χρησιμοποιεί τις ιστορίες ενηλικίωσης προκειμένου να σταθεί στα πόδια της.

Το μυθιστόρημα ενηλικίωσης είναι μια μάλλον επικίνδυνη υπόθεση, γιατί χαρακτηρίζεται απ’ την αβεβαιότητα, την επισφάλεια, την αστάθεια του άμορφου και προκλητικού “εγώ”. Ο αναγνώστης παρακολουθεί έναν νέο άνθρωπο να αγωνίζεται να υπάρξει με το δικό του τρόπο, ενάντια σε όλους και σε όλα, μα κυρίως ενάντια στον παιδικό του, ανώριμο εαυτό. Θα τα καταφέρει;

Στη ‘μεγάλη εικόνα’ επιχειρώ αυτό ακριβώς: να φωτίσω το δρόμο ενός νέου ανθρώπου να σταθεί στον κόσμο και να πει “αυτός είμαι”. Στο δικό μου δρόμο, αλλά και στο δρόμο του μυθιστορήματος, είχα πολλούς συνοδοιπόρους. Ένας απ’ τους πιο σημαντικούς ήταν ο πορτογάλος ποιητής Φερνάντο Πεσσόα.

ANDRIOTAKIS2

Γιατί γράφω

Είναι ένα απ’ αυτά τα θεμελιώδη ερωτήματα που αποφεύγεις να απαντήσεις μονολεκτικά. Γιατί γράφεις; Γράφω για να θέσω ερωτήματα, για να αποπειραθώ να δώσω απαντήσεις, για να προκαλέσω συζητήσεις; Γιατί γράφω;

Θυμάμαι μια συνέντευξη ενός δημιουργού που διάβασα πριν από χρόνια. Γράφω για να εκδικηθώ τους γύρω μου, έλεγε. Εννοούσε τον περιπτερά του που υμνούσε το φασισμό, το γείτονα που έδερνε τη γυναίκα του, την κυρία που του μιλούσε απαξιωτικά σε μια δημόσια υπηρεσία. Ο δημιουργός εκείνος έβαλε στο έργο του έναν εκδικητή και τους σκότωνε όλους αυτούς. Προφανώς, θα ήταν πολύ ικανοποιημένος κάθε φορά που τελείωνε ένα έργο του. Αν και δεν παρακολούθησα από τότε το έργο του, πιθανότατα θα έχει αφανίσει το μισό πληθυσμό της χώρας, τουλάχιστον στα χαρτιά του.

Απ’ την πλευρά μου δε θέλω να πάρω εκδίκηση. Όχι ότι δεν το έχω νιώσει. Το γράψιμο είναι ένας ωραιότατος τρόπος να εκφράσεις όλα όσα διστάζεις, ντρέπεσαι ή φοβάσαι να πεις ή να κάνεις στη ζωή σου. Επινοείς μερικούς χαρακτήρες και παίρνεις την εκδίκησή σου χωρίς κανένα κόστος. Σίγουρα; Μ’ αυτό τον τρόπο μπορεί να θεραπεύεσαι εσύ ως δημιουργός, αλλά οι αποδέκτες του έργου σου αρρωσταίνουν. Οδηγούνται στο συμπέρασμα ότι μόνο έτσι προχωρά ο κόσμος: παίρνοντας εκδίκηση. Το να συμφιλιωθείς με τον άλλον, δηλαδή με τον εαυτό σου είναι το πιο δύσκολο. Και το πιο ενδιαφέρον προσθέτω.

Γράφω λοιπόν για να συμφιλιώσω και να συμφιλιωθώ. Γράφω για να εκφράσω το βαθύτερο χάσμα και να επινοήσω γέφυρες υπέρβασής του. Γράφω για να με γνωρίσω και να με συστήσω. Γράφω για να ωριμάσω και να ολοκληρωθώ. Γράφω για να επικοινωνήσω.

Tags: , , , , , ,