Συνέντευξη με τον Καθηγητή κ. Ανδρέα Κιντή.

ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Διαπρεπείς Έλληνες οικονομολόγοι με αναγνωρισμένο επιστημονικό έργο, αλλά και μεγάλη εμπειρία από τη θητεία τους σε νευραλγικές θέσεις του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, απαντούν σε καίρια ερωτήματα για την οικονομική κρίση. Αυτόν το μήνα η “University Press” φιλοξενεί τις απόψεις του Ανδρέα Κιντή.

kintis          Info:

  • Ομότιμος Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
  •  Πρόεδρος του Επικουρικού Ταμείου των Δημοσίων Υπαλλήλων την περίοδο 2007 – 2011.
  • Πρόεδρος του Ταμείου Παρακαταθηκών & Δανείων την περίοδο 2001 – 2005.
  • Μέλος της Εθνικής Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων του 2004.
  • Πρόεδρος της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της Ελλάδος την περίοδο 1998 – 2004.
  • Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης των Οικονομικών και Κοινωνικών Συμβουλίων την περίοδο 1999 – 2004.
  •  Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) το 1997.

__________________________________________________________________

Ποιοι είναι οι κυριότεροι λόγοι που οδήγησαν την Ελλάδα στα πρόθυρα της ανεξέλεγκτης χρεοκοπίας;

Οι λόγοι χρεοκοπίας της Ελλάδας πρέπει να αναζητηθούν σε εξωτερικούς και εσωτερικούς παράγοντες. Στους πρώτους ανήκουν η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ (Οικονομική και Νομισματική Ένωση) και η ένταση του διεθνούς ανταγωνισμού. Με την κρίση πάγωσαν οι αγορές και περιορίστηκε απότομα η ρευστότητα τους συστήματος, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ξεπερνούσε στο εξαπλάσιο τα επίπεδα των καταθέσεων. Στο πάρτυ των δανειοδοτήσεων μετείχε και η χώρα μας, με ποσοστά δυσανάλογα προς τις αντοχές της οικονομίας της. Με τη “βοήθεια” και των “Greek Statistics”, σύντομα αποδείχθηκε ότι “ο βασιλιάς ήταν γυμνός”. Αντί με την ένταξη στην ΟΝΕ να χτυπήσουν οι “καμπάνες” της εγρήγορσης για το ότι η αποτελεσματικότητα της οικονομίας απείχε πολύ από εκείνη άλλων χωρών του κλαμπ, οι Έλληνες συνέχισαν τον “ύπνο του δικαίου” καταναλώνοντας, δανειζόμενοι χωρίς όρια. Και με τη μακάβρια συμπεριφορά τους διέλυσαν την παραγωγική βάση της οικονομίας. Από το σημείο αυτό και μετά όλα τα ενδεχόμενα ήταν πιθανά. Όμως, εκεί που η χώρα έχασε τη μάχη της χρεοκοπίας ήταν το εσωτερικό μέτωπο: το διαλυμένο κράτος, η φθορά των αξιών και των θεσμών, η απαξίωση του πολιτικού συστήματος και του πολιτικού προσωπικού, η έλλειψη ικανής ηγεσίας, αλλά και η αδυναμία της κοινωνίας να αντιδράσει γρήγορα και αποτελεσματικά στα επερχόμενα, όλα αυτά μαζί “συνωμότησαν” στο να καταρρεύσει η χώρα. Άλλωστε, εδώ βρίσκεται η πηγή όλων των δεινών που ταλαιπωρούν τη σύγχρονη Ελλάδα.

Με διαφορετικούς χειρισμούς και καλύτερη επικοινωνιακή πολιτική, θα μπορούσαμε να αποτρέψουμε την εκτίναξη των spreads (σ.σ.: διαφορά επιτοκίων δανεισμού της Ελλάδας από τα αντίστοιχα της Γερμανίας) τον Απρίλιο του 2010, που ουσιαστικά μας απέκλεισε από τις αγορές;

Σίγουρα, καλύτεροι πολιτικοί, οικονομικοί και επικοινωνιακοί χειρισμοί θα μπορούσαν να βοηθήσουν. Όμως, εκεί που είχαν φτάσει τα πράγματα η κατάσταση ήταν μάλλον μη αναστρέψιμη. Το πρόβλημα της χώρας ήταν βαθύτατα πραγματικό και όχι επικοινωνιακό. Αυτό το γνώριζαν οι αγορές και, ακόμη, γνώριζαν ότι οι πλούσιες χώρες του Βορρά δεν ήταν ούτε έτοιμες ούτε πρόθυμες να αναχαιτίσουν την άφρονα δημοσιονομική επέκταση των χωρών του Νότου. Από την άλλη, η ελληνική πλευρά φρόντισε με δικές της ενέργειες και δηλώσεις να πυροδοτήσει την κατάσταση, με απογραφές και συχνές αλλαγές των στοιχείων, με δηλώσεις του τύπου «λεφτά υπάρχουν» και περί «Τιτανικού», κ.ά. Με όσους υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων και, μάλιστα, με αντιλήψεις και πολιτικές που διατυπώνουν τα κόμματα, δύο τινά συμβαίνουν: είτε δεν έχουν καμία γνώση της πραγματικής κατάστασης είτε λαϊκίζουν με το αζημίωτο.

Ορισμένες πολιτικές δυνάμεις του Τόπου, αλλά και μία μειονότητα των αναλυτών, υποστήριξαν ότι θα ήταν πιο συμφέρουσα για την Ελλάδα μια εθελούσια αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους από την προσφυγή της στο μηχανισμό στήριξης το Μάιο του 2010. Με άλλα λόγια, θα ήταν προτιμότερο ΤΟΤΕ να δηλώναμε ευθαρσώς ότι αδυνατούμε να ικανοποιήσουμε το σύνολο των υποχρεώσεών μας στους πιστωτές μας καλώντας τους σε διαπραγματεύσεις για το ακριβές ποσοστό αποπληρωμής. Συμμερίζεστε την άποψη αυτή;

Όταν είσαι μέλος της Ευρωζώνης, δεν μπορείς να κάνεις “του κεφαλιού σου”, εκτός αν δεν έχεις ιδέα που βρίσκεσαι. Προτού κάνεις την οποιαδήποτε κίνηση, πρέπει να συνεννοηθείς με τους εταίρους σου και γιατί τους αφορά όλους, και επειδή σ’ αυτούς θα προσφύγεις για βοήθεια όταν τα βρεις δύσκολα. Πέρα από το γεγονός ότι μια τέτοια μονομερής κίνηση από την πλευρά μας θα σήμαινε ότι από μόνοι μας θα κηρύτταμε άτακτη χρεοκοπία. Στο πλαίσιο και το πλέγμα των θεσμών που λειτουργεί η ελληνική οικονομία είναι αδύνατον να λέγονται τέτοια πράγματα! Εδώ η απομείωση του ελληνικού δημόσιου χρέους κατά 50% έγινε μετά από μεγάλη προετοιμασία και τόσες δυσκολίες. Επίσης, σημαντικό ρόλο παίζει και η χρονική στιγμή που παίρνεις την απόφαση. Το Μάιο του 2010 που η Ελλάδα υπέγραψε το Μνημόνιο δεν είχε άλλη επιλογή. Τη στιγμή εκείνη δεν ήταν στην ίδια θέση με την Πορτογαλία (ούτε οικονομική ούτε πολιτική) που ακολούθησε άλλη πορεία και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι μετά από αρκετές θυσίες θα μπορέσει να απαλλαγεί από το Μνημόνιο. Εδώ δεν είναι καθόλου βέβαιες η Ισπανία και η Ιταλία που είναι οικονομίες με τεράστια οικονομική βάση και ισχυρή δημόσια διοίκηση. Σε κάθε περίπτωση, αυτά τα πράγματα δεν τα κάνεις όταν βρίσκεσαι στο χείλος του γκρεμού, τα προετοιμάζεις.

Το ότι τα επιτόκια δανεισμού της Ελλάδας δεν αποκλιμακώθηκαν όπως προέβλεπε το αρχικό σχέδιο, αλλά κινούνται ακόμα σε δυσθεώρητα ύψη, δε συνιστά μια μεγάλη αποτυχία του Μνημονίου;

Κατά το σχεδιασμό του Μνημονίου έγιναν αστοχίες και τέθηκαν αισιόδοξοι στόχοι. Αυτό συνέβη για δύο κυρίως λόγους: α) οι σχεδιαστές δε γνώριζαν τις ιδιαιτερότητες και τις αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και β) διότι έμπλεξαν τους στόχους της δημοσιονομικής προσαρμογής με τις διαρθρωτικές αλλαγές. Οι προσαρμογές στους δύο αυτούς τομείς έχουν διαφορετικούς ρυθμούς και απαιτούν διαφορετικές πολιτικές. Το αποτέλεσμα ήταν η οικονομία να βυθιστεί στην ύφεση περισσότερο του αναμενόμενου, η σωρευτική επιβάρυνση της κοινωνίαw με τα μέτρα να καταστεί δυσβάσταχτη, να υπάρχουν συχνές αποκλίσεις από τους στόχους και να παρατηρούνται καθυστερήσεις κυρίως στις διαρθρωτικές αλλαγές. Ακόμη, στην αρχή τα επιτόκια δανεισμού ήταν υψηλά και τιμωρητικά. Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα ήταν αδύνατον να έβγαινε σε τρία χρόνια στις αγορές, που ήταν η πρόβλεψη.

Υπό ποιες προϋποθέσεις και σε ποιο χρονικό ορίζοντα εκτιμάτε ότι μπορούν να μειωθούν τα επιτόκια δανεισμού της χώρας μας ώστε το Ελληνικό Δημόσιο να ξαναβγεί για δανεισμό στις αγορές;

Για να βγούμε στις αγορές, πρέπει να μειωθούν τα επιτόκια δανεισμού, να αποκτήσουμε βιώσιμο πρωτογενές πλεόνασμα και να ανακτήσουμε την αξιοπιστία μας ως χώρα. Το τελευταίο σε μεγάλο βαθμό το έχουμε πετύχει. Το δεύτερο το πολεμάμε με ελπίδες, ενώ το πρώτο θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες, ανάμεσα στους οποίους είναι και η κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία είναι ρευστή και βρίσκεται σε στάδιο μετάβασης. Πάντως, τις τελευταίες μέρες τα spreads των δεκαετών ελληνικών ομολόγων έχουν πέσει αισθητά κάτω των 1.000 μονάδων.

Η κριτική που ασκήθηκε στο Μνημόνιο αφορούσε περισσότερο την υπερφορολόγηση του ιδιωτικού τομέα. Ο στόχος για άμεση παραγωγή πρωτογενούς πλεονάσματος μπορούσε να είχε επιτευχθεί διαφορετικά;

Η εναλλακτική πολιτική στην περίπτωσή μας θα ήταν, αντί της σκληρής λιτότητας, να εφαρμόσουμε επεκτατική αναπτυξιακή πολιτική. Όμως, με τους Γερμανούς στο τιμόνι της Ευρωζώνης οι απόψεις του Keynes είναι απαγορευμένες. Σε κάθε περίπτωση, με δεδομένο το υπερβολικό δημόσιο χρέος και τα υψηλά ελλείμματα, η Ελλάδα στην αρχή της κρίσης δεν μπορούσε ούτε ήταν σωστό να εφαρμόσει τέτοια πολιτική. Βεβαίως, η λιτότητα οδήγησε σε βαθιά ύφεση και σε μεγάλη αύξηση του βάρους του χρέους, όπως αυτό μετράται με το λόγο του χρέους προς το εθνικό προϊόν και, κατ’ επέκταση, σε μεγάλες αποκλίσεις από τους στόχους του προγράμματος. Μολονότι αρχικά η λιτότητα θα μπορούσε να θεωρηθεί αναπόφευκτη, τα όρια της έχουν προ πολλού εξαντληθεί και λειτουργεί αρνητικά ακόμη και στον τομέα βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Η κυβέρνηση, αντί να σπαταλά τα όποια διαπραγματευτικά αποθέματα διαθέτει στο να μετράει τους επιόρκους και σε άλλα επουσιώδη θέματα, πρέπει να καταστρώσει σχέδιο αντικατάστασης του σημερινού προγράμματος λιτότητας. Αυτό πρέπει να γίνει άμεσα, τώρα. Οι αντοχές της κοινωνίας έχουν εξαντληθεί και η απόσταση από την κοινωνική έκρηξη βρίσκεται πρό των πυλών. Πρέπει να πειστούν οι εταίροι μας ότι όταν θα πάρει “φωτιά” όλη η Ελλάδα, θα είναι πολύ αργά για δάκρυα εκ μέρους τους. Ήλθε η στιγμή που η χώρα πρέπει να αλλάξει πολιτική. Φυσικά, όχι ερχόμενη σε ρήξη με τους εταίρους μας. Τώρα, που κοντεύουμε να “φάμε το βόδι”, κάτι τέτοιο θα ήταν ανεύθυνο και καταστροφικό. Υπάρχουν επιχειρήματα να πειστούν ακόμη και οι Γερμανοί ότι η λιτότητα τέλειωσε την αποστολή της, όποια κι αν ήταν αυτή.

Ποιες διαρθρωτικές αλλαγές πρέπει να γίνουν ώστε η Ελλάδα να επανέλθει σταδιακά σε θετικούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης;

Ήδη έχει βελτιωθεί αισθητά η κατάσταση στην αγορά εργασίας. Εκεί δεν χρειάζονται άλλα μέτρα. Όμως, πρέπει να ολοκληρωθούν σύντομα όλες οι διαρθρωτικές αλλαγές που προβλέπονται στο πρόγραμμα και αφορούν στην αναβάθμιση του πλαισίου λειτουργίας της οικονομίας: άνοιγμα κλειστών επαγγελμάτων, απλούστευση διαδικασιών, απλό και σταθερό φορολογικό καθεστώς, αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας, εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης. Ακόμη, με κατάλληλες πολιτικές, πρέπει να στηριχθεί η απασχόληση κυρίως των νέων, των γυναικών και των οικογενειών που δεν έχουν ούτε ένα άτομο απασχολούμενο. Ακόμη, πρέπει να αυξηθεί η ρευστότητα της οικονομίας μέσα από την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, τη γρηγορότερη απορρόφηση των κονδυλίων του ΕΣΠΑ (Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς), τη στήριξη της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και την αξιοποίηση κάθε άλλης μορφής κοινοτικών πόρων.

Σε ποιους τομείς η Ελλάδα μπορεί να επιδείξει συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι των υπόλοιπων οικονομιών ώστε η ανάπτυξη να μη βασιστεί πάλι σε εγχώρια κατανάλωση τροφοδοτούμενη από δανεισμό, αλλά σε εξαγωγές ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών;

Βασική στρατηγική πρέπει να είναι η μεταφορά πόρων από εσωστρεφείς τομείς της οικονομίας στον τομέα των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, όπως ο τουρισμός, η ναυτιλία, τα αγροτικά προϊόντα με έμφαση στην εξαγωγή προϊόντων βιο-αγροδιατροφής, βιομηχανικά προϊόντα (π.χ.: χημικά, κλωστοϋφαντουργικά, ένδυσης, δομικά υλικά, προϊόντα περιβαλλοντικής βιομηχανίας, κ.ά.). Επίσης, κλάδοι που παρουσιάζουν καλές προοπτικές ανάπτυξης είναι η ενέργεια και η πληροφορική και οι επικοινωνίες, η υγεία (π.χ.: παραγωγή γενόσημων φαρμάκων για την Ευρώπη, παραγωγή φυτικών καλλυντικών, κέντρα κλινικών ερευνών, κ.ά.), η ανάπτυξη οικισμών υποδοχής Βορειοευρωπαίων, κλπ.

Με δεδομένη την παρούσα έλλειψη ρευστότητας λόγω του αποκλεισμού της Ελλάδας από τις αγορές, τι μπορεί να γίνει σε αυτήν τη φάση ώστε να αμβλυνθεί η βαθιά ύφεση που έχει ενσκήψει στην ελληνική οικονομία;

Αυτό που θα βοηθήσει άμεσα είναι να πάρουμε τη δόση των 8,2 δισεκατομμυρίων ευρώ (υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτά θα διπλασιαστούν), να εξοφλήσει το Δημόσιο τις οφειλές του προς τους ιδιώτες, να ρυθμιστούν τα χρέη των ιδιωτών στο Δημόσιο και στις τράπεζες, και να ξεμπλοκαριστούν πολλά δισεκατομμύρια επενδύσεων που εδώ και χρόνια έχουν κολλήσει για διάφορους λόγους. Ακόμη, να επιταχυνθεί η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, να προχωρήσουν οι αποκρατικοποιήσεις και, ειδικότερα, η αξιοποίηση δημόσιας ακίνητης περιουσίας, να ενισχυθεί η επιχειρηματικότητα και να βελτιωθεί γρήγορα η κατάσταση στον τομέα λειτουργίας των αγορών.

Δεν είναι ορατός ο κίνδυνος η αποστέρηση από την αγορά, μέσω των μέτρων που θα εφαρμοστούν, συνολικά 13,5 δισεκατομμυρίων ευρώ μέχρι το 2014, να επιτείνει την ύφεση;

Ασφαλώς η αποστέρηση πόρων από την αγορά θα προκαλέσει επιπλέον ύφεση. Το ΚΕΠΕ (Κέντρο Προγραμματισμού & Οικονομικών Ερευνών) έχει εκτιμήσει ότι η αφαίρεση 13,5 δισεκατομμυρίων ευρώ θα προκαλέσει επιπλέον ύφεση της τάξης του 0,5 – 1% του ΑΕΠ. Ωστόσο, υπάρχουν σημάδια ότι η δυναμική της ύφεσης μειώνεται με σχετικά υψηλούς ρυθμούς. Αυτό αποτελεί ένδειξη ότι πλησιάζουμε το κάτω σημείο της καμπύλης, το οποίο θα διαδεχθεί περίοδος ανάκαμψης. Για να έχουμε ανάκαμψη, πρέπει να αυξηθεί η ζήτηση ελληνικών προϊόντων και, επειδή η εγχώρια ζήτηση στο άμεσο μέλλον δεν αναμένεται να ανακάμψει δυναμικά, η όποια ενίσχυση θα προέλθει από το εξωτερικό, κάτι που σημαίνει εξαγωγές. Και το ερώτημα που ανακύπτει είναι σε ποιο βαθμό θα είμαστε έτοιμοι…

Εκτός από την επαναφορά της ελληνικής οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, ποια άλλα μέτρα πρέπει να ληφθούν για τον περιορισμό της ανεργίας, η οποία σπάζει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο; Συμφωνείτε, για παράδειγμα, με τη μείωση του κατώτατου μισθού και τις πολιτικές ενίσχυσης της ευελιξίας στην αγορά εργασίας;

Η ανεργία, αυτήν τη στιγμή, είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας. Με τα μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί ο κατώτατος μισθός έχει αισθητά μειωθεί, αλλά και η ευελιξία στην αγορά εργασίας έχει βελτιωθεί. Κατά συνέπεια, και στους δύο αυτούς τομείς δεν υπάρχουν περιθώρια για άλλα μέτρα, αλλά ούτε και για αυξήσεις που υπόσχονται τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Άμεσα, ωστόσο, θα μπορούσαν –και θα πρέπει– να καταρτισθούν προγράμματα απασχόλησης με πόρους που θα προέλθουν από κοινοτικές πηγές και από ανακατανομές εσωτερικών πόρων. Μακροχρόνια, το πρόβλημα της ανεργίας θα αντιμετωπιστεί μόνο με την εκπαίδευση και την αύξηση της παραγωγικότητας.

Έχει τεθεί ο στόχος της μείωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους στο 124% του ΑΕΠ μέχρι το 2020 ώστε να καταστεί βιώσιμο. Εκτιμάτε ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την εφαρμογή μιας νέας, διαφορετικής μορφής από το PSI (Private Sector Involvement), αναδιάρθρωσης;

Με τα σημερινά δεδομένα το χρέος δεν είναι βιώσιμο. Η βιωσιμότητά του θα εξαρτηθεί από τη στιγμή έναρξης της ανάκαμψης και, κυρίως, από το ρυθμό ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια (τουλάχιστον μέχρι το 2020). Επειδή το σημερινό επίπεδο ανάπτυξης είναι πολύ χαμηλό και επειδή υπάρχουν ενδείξεις ότι οι προσπάθειες στον τομέα αυτό θα ενταθούν (εφόσον, βεβαίως, τα πράγματα εξελιχθούν και στο εσωτερικό και στο ευρωπαϊκό επίπεδο ομαλά), η Ελλάδα δεν είναι δύσκολο να επιτύχει τα επόμενα χρόνια ρυθμούς ανάπτυξης της τάξεως του 3%, ίσως και κάτι παραπάνω. Αν αυτό συμβεί, τότε αναμένεται οι εξελίξεις να είναι ικανοποιητικές και η χώρα να μπει σε τροχιά ενάρετης ανάπτυξης. Άλλος τρόπος για τη βιωσιμότητα του χρέους είναι η απομείωσή του, κάτι που θεωρείται πιθανόν ότι θα συμβεί μετά τις γερμανικές εκλογές.

Έχουμε δεσμευτεί στην υλοποίηση ενός προγράμματος αποκρατικοποιήσεων ύψους 11 δισεκατομμυρίων ευρώ έως το 2016, με στόχο τη ριζική μείωση του χρέους μας. Η καταβαράθρωση των χρηματιστηριακών τιμών των εισηγμένων δημοσίων επιχειρήσεων δε ναρκοθετεί το πρόγραμμα αυτό;

Το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων καρκινοβατεί. Ένας λόγος γι’ αυτό είναι και η καταβαράθρωση των τιμών των εισηγμένων στο χρηματιστήριο μετοχών των δημοσίων επιχειρήσεων. Υπάρχουν ενδείξεις βελτίωσης της κατάστασης το προσεχές διάστημα, όμως σημαντικά ποσά από την πώληση μετοχών δεν αναμένεται να εισπραχθούν. Το βάρος πρέπει να δοθεί στην πώληση δημόσιας ακίνητης περιουσίας. Μετά από τρία χρόνια περίπου, θέλω να πιστεύω ότι το ΤΑΙΠΕΔ (Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου) έχει ξεκαθαρίσει νομικά πολλά από τα ακίνητα (κτίρια, οικόπεδα, εκτάσεις προς αξιοποίηση) ώστε να καλύψει σημαντικό μέρος του ποσού των 11 δισεκατομμυρίων ευρώ. Δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος. Όμως, η χώρα χρειάζεται, όχι 11 δισεκατομμύρια, αλλά πολύ περισσότερα χρήματα για να απομειώσει το χρέος, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να διαγράψει μονομερώς, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι. Δεν μπορείς να είσαι μπαταχτσής και συγχρόνως να φιλοδοξείς να έχεις ρόλο στη διαμόρφωση της νέας Ευρώπης, που σύντομα θα αρχίσει να διαμορφώνεται.

Λαμβάνοντας υπόψη τα γνωστά προβλήματα της ελληνικής γραφειοκρατίας και τα νομικά εμπόδια που θα εγερθούν, σε ποιο βαθμό είναι δυνατό να λάβει χώρα η αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου;

Είναι πολύ δύσκολο. Όμως, η χώρα δεν έχει άλλη επιλογή. Αν δεν καταφέρει να τελειώνει με το χρέος, είναι καταδικασμένη σε περιπέτειες. Υπάρχει δημόσια περιουσία που ρημάζει (π.χ.: τα Ξενία, κλασικά κτίρια, κ.ά.), εκτάσεις (δασικές και μη) που καταπατούνται καθημερινά από τους εξυπνάκηδες και τους απατεώνες, άτομα που πλουτίζουν με το αζημίωτο σε βάρους του ελληνικού λαού. Ακόμα και “φιλέτα” θα χρειαστεί να αξιοποιηθούν για να απαλλαγεί ο ελληνικός λαός από το χρέος που τον γονατίζει σε καθημερινή βάση. Οι “υπερήφανες” φωνές που υψώνονται περί ξεπουλήματος, κατά κανόνα, προέρχονται από αδίστακτους δημοκόπους και είναι εκ του πονηρού. Στοχεύουν στην εκμετάλλευση της ευαισθησίας και της αφέλειας των απλών, αγνών ανθρώπων. Στο σημείο αυτό θα ζητήσω να μου επιτραπεί μια προσωπική αναφορά. η οποία βρίσκεται στην καρδιά του θέματος που συζητάμε. Ο πατέρας μου κληρονόμησε μια σημαντική περιουσία (κυρίως κτήματα) από τον παππού μου. Όμως, είχε και πέντε παιδιά που όλα ήθελαν να πάνε στο πανεπιστήμιο. Έτσι, οι γονείς μας είχαν να επιλέξουν μεταξύ πατρικής περιουσίας και πανεπιστημίου. Επέλεξαν το πανεπιστήμιο και σήμερα έχουν εν ζωή δύο καθηγητές πανεπιστημίου και δύο γιατρούς, αφού βέβαια πούλησαν όλα τα κτήματα. Οι γονείς μας, όλοι εμείς πιστεύουμε ότι έκαναν το σωστό και το θέμα δεν είναι αν πουλάς περιουσία, αλλά για ποιο λόγο την πουλάς. Και πιστέψτε με ότι η απαλλαγή του ελληνικού λαού από το χρέος χωρίς να γίνει μπαταχτσής είναι πολύ σοβαρός λόγος.

Ποια περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου κρίνετε ότι πρέπει να τεθούν σε προτεραιότητα για πώληση ή εκχώρηση των δικαιωμάτων χρήσης τους σε ιδιώτες;

Προτεραιότητα πρέπει να δοθεί σε εκχώρηση κτισμάτων και γης για πολυετή αξιοποίηση (50 έως και 99 χρόνια), μετά να γίνουν πωλήσεις και τελευταία επιλογή πρέπει να είναι η πώληση μετοχών δημοσίων επιχειρήσεων.

Το δημοσιονομικό σύμφωνο που προωθεί η Άνγκελα Μέρκελ για τα ευρωπαϊκά κράτη κατακρίνεται για έμμονη στη λιτότητα και έλλειψη αναπτυξιακών πολιτικών. Εσείς τι γνώμη έχετε για το περιεχόμενο του;

Η οικονομική πολιτική που ακολουθείται τις τελευταίες δεκαετίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι επηρεασμένη από τις πολιτικές εμπορευματοποίησης του χρήματος και της λιτότητας που εφαρμόζεται στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης. Οι Γερμανοί δείχνουν εμμονή στην εφαρμογή της πολιτικής αυτής, σε αντίθεση με τους Αμερικανούς, που κατά διαστήματα ακολουθούν και κεϋνσιανές πολιτικές. Στη φάση που βρίσκεται η ευρωπαϊκή οικονομία έχει ανάγκη από επεκτατική πολιτική, διαφορετικά η Ευρώπη θα βυθιστεί σε μακροχρόνια ύφεση. Αυτό πολύ δύσκολα θα το αποφύγει όσο η Γερμανία και ο σκληρός πυρήνας της Ένωσης θα επιμένουν στην εφαρμογή της λιτότητας ως εργαλείου επίτευξης της δημοσιονομικής προσαρμογής και βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας.

Ποιες δομικές αλλαγές πρέπει να γίνουν στη λειτουργία του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος ώστε να τεθεί υπό έλεγχο η ανεξέλεγκτη και στρεβλή ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα και να περιοριστεί η επίδραση των αγορών στην καθημερινή μας ζωή;

Το ερώτημα δεν είναι εύκολο ν’ απαντηθεί σε λίγες γραμμές. Η βασική αιτία της χρηματοπιστωτικής κρίσης είναι η μετατροπή του χρήματος από μέσο ανταλλαγής σε διαπραγματεύσιμο εμπόρευμα. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη νέων οικονομετρικού τύπου εργαλείων, οδήγησε στο διαχωρισμό των επενδυτικών από τις εμπορικές τράπεζες, στην υπερβολική μόχλευση των τραπεζικών καταθέσεων (χορηγήσεις πολλαπλάσιες των καταθέσεων), στην εισαγωγή νέων σύνθετων και ασυνήθιστων χρηματοοικονομικών προϊόντων (π.χ.: δομημένων ομολόγων) και σε υπερβολική επέκταση του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας (σε πολλές χώρες ο τομέας αυτός υπερβαίνει το εθνικό τους προϊόν κατά 5 ή και 10 φορές!). Για να επανέλθει το σύστημα σε ομαλή πορεία, δε χρειάζονται απλές αλλαγές στο υπάρχουν. Απαιτούνται μεγάλες ανατροπές και η συγγραφή όχι άρθρων, αλλά τόμων ολόκληρων. Ευελπιστώ ότι οι ανατροπές θα γίνουν όχι στο πολύ μακρινό μέλλον και ότι θα αρχίσουν από την Ευρώπη επειδή την περίοδο αυτή πιέζεται περισσότερο από κάθε άλλη οικονομική περιοχή.

 Συνέντευξη στον Στέλιο Κοντέα

Tags: , , , , , , , ,