20 χρόνια χωρίς τον Μάνο Χατζιδάκι

Ο Μάνος Χατζιδάκις γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου του 1925 στην Ξάνθη. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες μουσικοσυνθέτες. Το έργο του θεωρείται πως συνέδεσε τη λόγια με τη λαϊκή μουσική και περιλαμβάνει δεκάδες ηχογραφήσεις πολλές από τις οποίες αναγνωρίζονται σήμερα ως κλασικές. Ήταν γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκι και της Αλίκης Αρβανιτίδου. Μετά τον χωρισμό των γονιών του, το 1932, ο Μάνος Χατζιδάκις με τη μητέρα του και την αδελφή του εγκαθίστανται οριστικά στην Αθήνα.

xatzidakis

Το 1938 ο πατέρας του σκοτώνεται σε αεροπορικό δυστύχημα ενώ ταξίδευε για το Μιλάνο. Το γεγονός αυτό καθώς και η έναρξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, κατέστρεψαν οικονομικά την οικογένεια. Στα δύσκολα χρόνια της κατοχής και της απελευθέρωσης, εργάζεται ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά, παγοπώλης, εργάτης στο εργοστάσιο ζυθοποιίας του Φιξ, υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοοικονόμου, βοηθός νοσοκόμος στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο κ.α. Το 1944 και σε ηλικία 19 ετών γράφει για πρώτη φορά μουσική για το Θέατρο Τέχνης και έκτοτε ήταν συνέχεια δημιουργικά παρών σε όλη τη μεταπολεμική μουσική ζωή του τόπου, εκτός από την περίοδο 1966 ως το 1972 όταν έζησε και εργάστηκε στη Νέα Υόρκη. Το 1948 και σε ηλικία 23 ετών, ο Μάνος Χατζιδάκις, σε διάλεξη που δίνει με αφορμή το ανέβασμα ενός θεατρικού έργου του οποίου έχει γράψει τη μουσική, αποκαλύπτει την αξία και τον πλούτο που κρύβουν τα ρεμπέτικα και γενικότερα τα παλιά λαϊκά μας τραγούδια.Παράλληλα επισημαίνει ότι τα “Ελαφρά Τραγούδια” της εποχής εκείνης δεν έχουν ελληνικό χαρακτήρα και υπογραμμίζει την ανάγκη να στραφεί το ελληνικό κοινό στα παλιά λαϊκά τραγούδια, που τα θεωρεί γνήσια και αυθεντικά.

Το 1949-50 γράφει το χορόδραμα “Έξι λαϊκές ζωγραφιές” που είναι μεταγραφή για πιάνο έξι ρεμπέτικων τραγουδιών και το 1950 “To καταραμένο φίδι”. Ακολουθεί “Ο κύκλος CNS” το 1954 που είναι έξι τραγούδια σε στίχους του ίδιου του συνθέτη. Το 1957 επενδύει μουσικά το θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη “Παραμύθι χωρίς όνομα” καθώς και το έργο του Μπρεχτ “O κύκλος με την κιμωλία”. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’50 θα γραφτούν τα τραγούδια: “Χάρτινο το φεγγαράκι” , “Το φεγγάρι είναι κόκκινο”, “Μια πόλη μαγική”, “Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι”, “Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι”, “Πώς τον λεν τον ποταμό”, “Μην τον ρωτάς τον ουρανό”, “Κάπου υπάρχει η αγάπη μου”, “Κάθε τρελό παιδί”, “Κυπαρισσάκι”, “Υμηττός”, “Έλα πάρε μου τη λύπη” και άλλα πολλά που άφησαν εποχή και τραγουδιούνται μέχρι σήμερα με την ίδια συγκίνηση και ρομαντισμό εκείνης της εποχής.

Από το 1960 ως το 1970 γράφει διάφορα έργα για θέατρο ή κινηματογράφο όπως “Η κλέφτρα του Λονδίνου”, “Απόψε αυτοσχεδιάζουμε”, “Βάκχες”, “Καίσαρ και Κλεοπάτρα”, “Οδός ονείρων”, “Αμέρικα – Αμέρικα”, “Οι ήρωες”, “Το παραμύθι του Μάρλετ”. Επίσης γράφει και έργα με αυτόνομα τραγούδια όπως “Ο Καπετάν Μιχάλης”, “Δεκαπέντε Εσπερινοί”, “Το χαμόγελο της Τζοκόντας”. Ακολουθούν τις επόμενες δεκαετίες μεγάλα έργα όπως “O μεγάλος ερωτικός”, “Αθανασία”, “Ρωμαϊκή αγορά”, “Λαϊκή αγορά”, “Για την Ελένη”, “Αντικατοπτρισμοί” και άλλα.

To 1972, τον πιο σκοτεινό χρόνο της χούντας, επιστρέφει στην Αθήνα και ιδρύει το Πολύτροπο. Αποπειράται να ανοίξει εκφραστικές διόδους στο μουσικό τέλμα της εποχής, «φιλοδοξώντας» όπως έλεγε ο ίδιος, «μια τελετουργική παρουσίαση του τραγουδιού, μ’ όλα τα μέσα που μας παρέχει η σύγχρονη θεατρική εμπειρία». Δύο χρόνια αργότερα με την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας αναλαμβάνει πάλι ενεργό δράση στην πολιτιστική ζωή της χώρας. Διορίζεται Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής της Λυρικής Σκηνής (1975-77) και Διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας (1975-82). Παράλληλα, αναλαμβάνει τη Διεύθυνση του κρατικού ραδιοσταθμού Τρίτο Πρόγραμμα (1975-81) τον οποίο, σε συνεργασία με μια ομάδα νέων και ταλαντούχων δημιουργών, μετατρέπει σε σημείο αναφοράς, ποιότητας και ιδεών. Το 1985-86 εκδίδει το πολιτιστικό περιοδικό Το Τέταρτο, ένα περιοδικό «που προσπάθησε να καταγράψει τα καλλιτεχνικά θέματα, τα κοινωνικά ακόμη και τα επιστημονικά, μέσα από τις πολιτικές διαστάσεις τους». Θέλοντας να προστατέψει το ελληνικό τραγούδι από την φθορά του εμπορίου, συστήνει το 1985, την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία ΣΕΙΡΙΟΣ.

Το 1989-93 ιδρύει την Ορχήστρα των Χρωμάτων για να παρουσιάσει «πρωτότυπα προγράμματα που συνήθως δεν καλύπτονται από τις συμβατικές συμφωνικές ορχήστρες», την οποία διηύθυνε μέχρι το τέλος της ζωής του. Η Ορχήστρα των Χρωμάτων με μαέστρο τον Χατζιδάκι έδωσε είκοσι συναυλίες και δώδεκα ρεσιτάλ ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου με έλληνες και ξένους σολίστ: Χ. Γεωργιάδη, Σ. Θεοδωρίδου, S. Armstrong, A. Piazzola, G. Sandor κ.ά.

Η σύγχρονη ελληνική κοινωνία αναπτύχθηκε και τράφηκε από την προσωπικότητα του Μάνου Χατζιδάκι που δεν δίστασε ούτε μια στιγμή να προβάλλει τα οράματά του στην πιο ακραία τους μορφή για να φανερώσει έτσι το βαθύτερο νόημα της τέχνης.
Ασυμβίβαστος και πρωτοπόρος, εχθρός της σοβαροφάνειας και των παγιωμένων αντιλήψεων, λάτρης της «νεότητας» και της συνεχούς αμφισβήτησης και με όπλο του την ελληνική αλλά και την οικουμενική παιδεία, συνέδεσε τη λόγια με τη λαϊκή μουσική, δημιουργώντας έτσι ένα «νέο» ήχο, ένα «νέο» τραγούδι που έχει τις ρίζες του τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση.

Έφυγε τη 15η Ιουνίου του 1994.

Λεωνίδας Σκαρλάτος

Tags: , , , , , , , ,