To Δεύτερο Μέρος της Νύχτας

To Δεύτερο Μέρος της Νύχτας

Του Μίνωα Ευσταθιάδη, εκδόσεις Ωκεανίδα

eustathiadisO Κόνραντ Χάουσμαν ζούσε σε μια ερημιά της γερμανικής υπαίθρου (σ’ ένα χωριό ονόματι Φρίντριχσταντ), ήταν άνεργος, μοναχικός, είχε ελάχιστους φίλους κι ακόμα λιγότερους εχθρούς. Φυσικό κι επόμενο λοιπόν, η δολοφονία του (ή καλύτερα, η σφαγή του) να μοιάζει εξαρχής παράλογη. Πόσο μάλλον αν σκεφτεί κανείς ότι ο Κόνραντ βρέθηκε δεμένος στο κρεβάτι του, μεθοδικά ανοιγμένος στα δύο, με κάμποσα υπνωτικά στο αίμα του κι ένα μήλο σφηνωμένο στο στόμα. Ο Ελληνογερμανός ντετέκτιβ Κρις Πάππας, αναλαμβάνει την υπόθεση χωρίς την παραμικρή βεβαιότητα και με ελάχιστες ελπίδες. Κι ενώ τα λίγα στοιχεία που καταφέρνει να συγκεντρώσει, βάζουν μια πορεία στις σκέψεις του, ένας άλλος άνθρωπος πεθαίνει στο Αμβούργο. Δεμένος κι αυτός, σχισμένος στα δύο και με το μήλο στο στόμα. Ομοιότητες με τον Κόνραντ; Καμία. Οποιαδήποτε μεταξύ τους σχέση, τελείως απίθανη. Κι ωστόσο έχουν ένα και μοναδικό κοινό σημείο. Το επώνυμό τους. Το δεύτερο θύμα, ονομάζεται Βίκτορ Χάουσμαν…

Καλοδουλεμένο και σίγουρο για τον εαυτό του, το «δεύτερο μέρος της νύχτας» κάνει εξ αρχής την επιλογή του ανάμεσα στα είδη της αστυνομική λογοτεχνίας – διαλέγει το νουάρ και το υπηρετεί ως το τέλος. Δεν είναι ένα «τέλειο έγκλημα», ένα παιχνίδι μυαλού, τόσο, όσο ένα εσωτερικό θρίλερ, η περιγραφή ενός κόσμου που χάνεται μέσα στην ομίχλη που ο ίδιος δημιούργησε. Κι ενώ εύκολα θα μπορούσε κανείς να υποθέσει, πως ο συγγραφέας διαλέγει τον εύκολο δρόμο, τη φθηνή συγκίνηση, δυο τρεις σελίδες αρκούν για να πετάξουν αυτή την υπόθεση απ’ το παράθυρο. Ο Ευσταθιάδης δεν έγραψε ένα βιβλίο που κρύβεται πίσω από σκιές και αγωνία, στοχεύοντας στα ράφια των αεροδρομίων (ακόμη κι αν πουλιέται και σε τέτοια). Έγραψε ένα μυθιστόρημα που θυμίζει έντονα αριστουργήματα του ασπρόμαυρου κινηματογράφου, όχι γιατί τα μιμείται αλλά γιατί εμπνέεται απ’ αυτά.

Αφήγηση σε ενεστώτα. Συχνοί εσωτερικοί μονόλογοι. Αίσθηση σκοταδιού (ακόμη και τη μέρα). Τοπίο που αποκοιμίζει. Άνθρωποι χωρίς πρωτοτυπία, μα κι άνθρωποι απόλυτα γήινοι. Ένας ντετέκτιβ έξω απ’ τα νερά του (που μαθαίνει ωστόσο γρήγορα κολύμπι). Ένα απόλυτα ρεαλιστικό περίβλημα, γύρω από μια εξόχως ασυνήθιστη ιστορία. Όλα δηλαδή τα νουάρ-κλισέ (με την πολύ καλή έννοια), που συνδεδεμένα με τέχνη αναδεικνύουν το δυνατό χαρτί αυτού του βιβλίου. Τον άσσο στο χέρι του Ευσταθιάδη. Ατμόσφαιρα.

Ναι, χωρίς να είναι αυτό που αποκαλεί κανείς με την πρώτη ματιά (επιδερμικά) «ατμοσφαιρικό», μεταφέρει πιστά (μέσα από μια προσεκτικά επιτηδευμένη φλυαρία) τη ντετεκτιβική σφραγίδα του ’60 στις μέρες μας. Κι όχι μονάχα αυτό. Τοποθετημένο στη Γερμανία, καταφέρνει μ’ έναν απροσδιόριστο τρόπο να φέρνει στο νου, όχι τόσο σελίδες του Ράιμοντ Τσάντλερ ή ατάκες του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, όσο τα εξπρεσιονιστικά διαμάντια του Φριτζ Λανγκ. Κι αν έρχονται στιγμές που η κατάσταση βαραίνει επικίνδυνα, ο συγγραφέας φροντίζει να ισορροπεί με μικρές δόσεις σαρκασμού, λίγη «Ελλάδα της διασποράς», μερικούς κομπάρσους πολυτελείας, πάντα πιστός στη μανιέρα της αφήγησης και χωρίς ποτέ να πλησιάζει την παγίδα της καρικατούρας.

Με λίγα λόγια, ένα βιβλίο καλογραμμένο, με προσοχή στην κάθε λέξη, πιστό στον στόχο του και ξεκούραστο συνάμα. Μια καλή παρέα που ξέρει να μπλέκει σε ασυνήθιστες ιστορίες. Όπως, δηλαδή, κάθε καλή παρέα οφείλει να ξέρει…

 Ηλίας Γεροντόπουλος

Tags: , , , , , , , , , ,